“ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ”




                        Ήταν πρωί στο νησί του Πάσχα. Όλα τα πρόβατα μαζευτήκαμε και πήγαμε να σκοτώσουμε τον βοσκό πριν μας σκοτώσει και μας σουβλίσει όπως έκανε πέρσι στους γονείς μας. Καθώς βελάζαμε ομαδικά στο δρόμο, ξεπρόβαλαν δύο πρόβατα με κόκκινο μαλλί στην ομοιόμορφη μάζα μας. Οι περισσότεροι  συνοδοιπόροι μας τα γνώριζαν και έδειξαν αμέσως τον θαυμασμό τους κρατώντας κόκκινες σημαίες με άγνωστα σε εμάς εργαλεία. Άρχισαν να μιλούν για αγώνες ενάντια στον καπιταλισμό, τον ιμπεριαλισμό, τον δυϊσμό και τον πληθυσμό. Τα περισσότερα πρόβατα συμφώνησαν και αγόρασαν κουπόνια για κάποιο διαγωνισμό χωρίς δώρα. Εγώ και άλλα δέκα πρόβατα δεν καταλαβαίναμε τι σόι διαγωνισμός είναι αυτός χωρίς δώρα. Επίσης ξέραμε ότι ο στόχος μας ήτανε ο βοσκός και όχι ο ισμός. Τελικά μετά από μια βόλτα την οποία καθοδήγησαν αρκετοί λύκοι ανοίγοντας μας το δρόμο, βρεθήκαμε μπροστά στο αρχηγείο του βοσκού όπου το περιφρουρούσαν αρκετοί λύκοι, κάποιοι ήταν με πολιτικά. Αφού βελάσαμε μερικές τελευταίες φορές, τα κόκκινα πρόβατα και οι ακόλουθοι τους, άρχισαν να φεύγουν ξεχνώντας τον σκοπό μας: να σκοτώσουμε τον βοσκό. Τότε εμείς τα έντεκα πρόβατα επιτεθήκαμε στο αρχηγείο με πέτρες και ξύλα. Αμέσως όρμησαν πάνω μας όχι οι λύκοι, αλλά κόκκινες νεαρές προβατίνες, που με κάποια ασύλληπτη γλώσσα προσπαθούσαν να μας αποτρέψουν, εμποδίζοντας ταυτόχρονα την πορεία μας προς τον στόχο. Τελικά απογοητευμένοι, πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το μαντρί. Ξαφνικά ο Μπέκος πέταξε μιαν ιδέα: γιατί δεν το σκάμε στην εξοχή; Πέντε πρόβατα από τα έντεκα τον απεκάλεσαν ηλίθιο και επέστρεψαν στο μαντρί. Αυτά τα πέντε ήταν τα πρώτα που σφάχτηκαν την Κυριακή του Πάσχα. Ακολούθησαν δέκα ανεξάρτητα τρία με ψυχολογικά προβλήματα και ένα που ήταν μαύρο. Όσο για εμάς τα υπόλοιπα έξι, ζούμε στην εξοχή με τους απογόνους μας τα έξι τελευταία χρόνια.
                                                
                                                                                                                                                                                                                                                                              
Γιώργος Μικάλεφ 2007